Γράφοντας ποίηση με φώς


Είναι μια αντίσταση απέναντι στη ροή του χρόνου το πάγωμα μιας στιγμής. Η στατική αποτύπωση θα στέκεται πάντα εχθρός μιας πραγματικότητας που συνεχώς μεταβάλλεται. Ο φωτογράφος με κάθε στιγμιότυπο επιχειρεί μια επανάσταση απέναντι στην εντροπία, γινόμενος έτσι ένας αφύσικος άνθρωπος, αφού μάχεται να κρατήσει ακέραιο κάτι προγραμματισμένο να χαθεί. Ο καλλιτέχνης είναι ένας μικρός θεός που προσπαθεί μέσω ενός έργου να γεννήσει ένα σύμπαν εναρμονισμένο με τη δική του ευαισθησία, με τη δική του αίσθηση του διαχρονικού.

Μια φορά κι ένα καιρό υπήρχε μια νταντά που τα παιδιά  θυμόντουσαν πάντοτε με μια φωτογραφική μηχανή στο στήθος, μια σχεδόν αστεία προέκταση του κορμιού της, ένα τρίτο μάτι μόνιμα ανοιχτό. Μιλούσαν για ένα ιδιαίτερο πλάσμα με ασίγαστο πάθος περιπλάνησης, που έμοιαζε να χρησιμοποιεί το σκόπευτρο για να μαζεύει τις στιγμές που άλλοι έχαναν, τις λεπτομέρειες μιας πραγματικότητας πριν παρασυρθούν από το χρόνο. Σαν το βλέμμα της να μπορούσε να διακρίνει μονάχα μέσα απ' το κλείστρο, η φωτογραφία έμοιαζε ανάγκη και δεύτερη φύση της. Στις περιπλανήσεις της γέμιζε φιλμ με καθημερινές στιγμές που μετατρέπονταν σε οπτικά αγάλματα φτιαγμένα από φως που, μέσα στα όρια μιας στιγμής, κατάφερνε να αιχμαλωτίσει.


Οι φωτογραφίες της αναφέρονταν πολύ στην ομορφιά της παιδικότητας, τη σοβαροφάνεια της ενηλικίωσης, τη συντριβή των γηρατιών, μέσα από ένα βλέμμα αφοπλιστικής διεισδυτικότητας και εντυπωσιακής ευαισθησίας. Περιφερόταν αναμεσα στους ανθρώπους σχεδόν αόρατη, μια σκιώδης παρουσία στραμμένη σε ενα μαύρο κουτί που διέσχιζε τους δρόμους αντιμετωπίζοντας βλέμματα απορημενα, έκπληκτα, ενοχλημενα, φοβισμένα, φιλικά, τρυφερά. Αρκούσε ένα κουμπί για την αποτύπωση του θαύματος, για να μετατραπεί σε ορισμένη απεικόνιση ένας κόσμος χαωτικός. Αν ίσχυε αυτό που έλεγαν οι Ινδιάνοι, πως μια φωτογραφία κλέβει κατι από την ψυχή, τότε κρατούσε πολλές ψυχές αποτυπωμένες σε χιλιάδες ρολά φιλμ, τη μοναδική προσωπική περιουσία που τελικά απέκτησε ποτέ.

Οσοι τη γνώρισαν μιλούσαν για ενα πλάσμα αινιγματικό, τυλιγμένο στη μοναχικότητα του. Η ίδια η φύση της εργασίας της, που περιελάμβανε παιδιά, της χάρισε τη δυνατότητα να δημιουργήσει απαλλαγμένη από το χρησιμοθηρικό βλέμμα των ενηλίκων. Δημιουργία που έγινε γιορτή, ανανεωμένη μέσα από τη νεανική διάθεση και ενέργεια, μια και συχνά τα παιδιά γίνονταν συνένοχοι στο παιχνίδι της δημιουργίας. Συχνά η εμμονή της για την εικόνα την έκανε να παρασύρεται μαζί τους σε επικίνδυνες γειτονιές, προσπαθώντας να συλλάβει το άγριο, το πρωτόγονο, το περιθωριοποιημένο. Ζητώντας ίσως να φτιάξει ποίηση με τα πιο ταπεινά υλικά, να συλλάβει φως μέσα στην κοινωνική καταχνιά, την ομορφιά μέσα στην αγριότητα. Να συλλάβει σε όλη τους την ένταση τις ακρότητες που συναρμολογούν την ανθρώπινη κοινωνία.



Εκείνη που τόσο συναναστράφηκε με τη νιότη, κατάφερε να την κρατήσει ακέραια μέσα σε κάδρα με απεικονίσεις που κρατούν ανέπαφη μια ηλικία που με κανέναν άλλο τρόπο δε δύναται να επιστραφεί. Άγαμη και άτεκνη, παιδιά της έγιναν εκείνα που μοιράστηκαν μαζί της τη φροντίδα της παιδικής τους ηλικίας. Μαρτυρίες γι’ αυτήν φανερώνουν έναν άστατο, τραυματισμένο ψυχισμό. Συχνά ένας καλλιτέχνης αναδύεται μέσα απο μια βαθιά πληγή. Το παρελθόν της ενα αίνιγμα που σβήνεται στο χρόνο, ένας γρίφος προορισμένος να μείνει άλυτος. Όσα μπορεί να διαβάσει κανείς ανάμεσα στα ακίνητα κάδρα ειναι οι μόνοι του καλλιτέχνη υπαινιγμοί της ιστορίας του. Τα αυτοπορτραίτα της προκαλούν τον θεατή σε μια ανάγνωση της προσωπικής της ανησυχίας, μια εξομολόγηση πάνω στην καλλιτεχνική ταυτότητα. Η αγωνία της έκφρασης συχνά ξεκινάει από την εξερεύνηση της ίδιας της εικόνας του καλλιτέχνη μέσω των αντανακλάσεων που του επιστρέφονται από το περιβάλλον του, πρόσωπα και αντικείμενα. Επιλέγοντας αυτό το σημείο εκκίνησης, της εντατικής αυτοεξερεύνησης και αυτοπαρατήρησης, καταφέρνει κάποιος να δει καθαρότερα τους άλλους.

Έπειτα από χρόνια που το έργο της παραπεταμένο κινδύνευε με αφανισμό, κάποιος αναγνώρισε στις παλιές βαλίτσες το θησαυρό της και μέσω της προβολής του πραγματοποιήθηκε η μεγαλύτερη ανακαλυψη της σύγχρονης φωτογραφικής ιστορίας και η γέννηση μιας μεγάλης φωτογράφου. Αφυπνίζοντας μ’ ένα τρόπο ξανά το βλέμμα της, επιστρέφοντας στο φως τον κόσμο της που κινδύνευε να γκρεμιστεί στη λήθη. Γιατί η τέχνη, αν και απομίμηση της ζωής, είναι ένα αντίγραφο αυθεντικό στο βαθμό που χρησιμοποιεί όσα δεν υπάρχουν πιά για να συγκινήσει, για να εμπνεύσει, για να διδάξει. Για να μαρτυρήσει όσα πια έχουν χαθεί. 

Του Γιώργου Θεοδωράκη